ἐπίχωσις

ἐπίχωσις, εως, , (ἐπιχώννυμι)
A a heaping up, esp.the choking of a channel, Plb.4.41.9 (pl.): metaph., exaggeration, Gloss.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἐπιχώσει — ἐπίχωσις a heaping up fem nom/voc/acc dual (attic epic) ἐπιχώσεϊ , ἐπίχωσις a heaping up fem dat sg (epic) ἐπίχωσις a heaping up fem dat sg (attic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιχώσεις — ἐπίχωσις a heaping up fem nom/voc pl (attic epic) ἐπίχωσις a heaping up fem nom/acc pl (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • επίχωση — η (AM ἐπίχωσις) [επιχώννυμι] επιχωμάτωση νεοελλ. βαθμιαία εξαφάνιση γήινου ανάγλυφου κάτω από τα ίδια του τα αποσαθρώματα μσν. εξόγκωση, μεγαλοποίηση …   Dictionary of Greek

  • ἐπιχώσῃ — ἐπιχώσηι , ἐπίχωσις a heaping up fem dat sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.